ανηλεής

[анилэис] εκ. безжалостный, беспощадный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανηλεής" в других словарях:

  • ἀνηλεής — without pity masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανηλεής — (AM ἀνηλεής, ές) ο δίχως έλεος, άσπλαχνος, σκληρός …   Dictionary of Greek

  • ἀνηλεῆ — ἀνηλεής without pity neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀνηλεής without pity masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀνηλεής without pity masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεέστερον — ἀνηλεής without pity adverbial comp ἀνηλεής without pity masc acc comp sg ἀνηλεής without pity neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεεῖ — ἀνηλεής without pity masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀνηλεής without pity masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεεῖς — ἀνηλεής without pity masc/fem acc pl ἀνηλεής without pity masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεές — ἀνηλεής without pity masc/fem voc sg ἀνηλεής without pity neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεεστάτοις — ἀνηλεής without pity masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεεστάτους — ἀνηλεής without pity masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλεοῦς — ἀνηλεής without pity masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.